2/3/10

Το κυνήγι της Ευτυχίας.

Ντριν! Η Μαρία σήκωσε βιαστικά το κουρασμένο σώμα της απ' το κρεβάτι, έβγαλε τη μάσκα, φόρεσε τις λουλουδάτες παντόφλες της και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Πρώτα έριξε λίγο νερό στα μούτρα της για να ξεπλύνει όση νύστα είχε απομείνει γαντζωμένη στα βλέφαρα της και ύστερα έπλυνε τα δόντια της. «Έλντα καφέ.» φώναξε. Είχε ξημερώσει μια συνηθισμένη μέρα του Φλεβάρη κι όμως για τη Μαρία ήταν τόσο ξεχωριστή, όσο και το όνομα της. Έβαζε τα δυνατά της καθημερινά ώστε να δείχνει ευτυχισμένη, και τα κατάφερνε. Όμως ένιωθε έτσι; Ναι, ήταν το σπίτι. Όλα ήταν ιδανικά σ' αυτό, την έκαναν να δείχνει ευτυχισμένη Τα είχε όλα.

Πότισε τα λουλούδια στο μπαλκόνι, κοντοστάθηκε, μύρισε το βασιλικό, τι απόλαυση να αγγίζει τη μύτη σου μια μυρωδιά γνώριμη... Βαρέθηκε. Βγήκε, έκανε τα πρωινά της ψώνια και επέστρεψε.

Ακόμη και η Έλντα πού όργωνε όλο το σπίτι με την ηλεκτρική δεν την ενοχλούσε, Είχε μάθει να την αγνοεί, μετά θα τίναζε τα χαλιά, θα καθάριζε τα παντζούρια, θα ξεσκόνιζε, τα πάνω πάνω. Τι ευτυχία!

Αφού γύρω στη μία παρά τέταρτο ίσιωσε το τραπεζομάντιλο και διόρθωσε τη θέση της άδειας κορνίζας πλήρωσε την Έλντα. Σήμερα την έδιωξε νωρίτερα γιατί ανυπομονούσε να ανοίξει το κουτί που σκονιζόταν όλο το πρωί στο πάνω ράφι της ντουλάπας της. Τώρα μπορούσε... Μπάμ! Ένας εκκωφαντικός θόρυβος που έδιωξε απ' τα σύρματα κάτι άσπρα περιστέρια. Ήταν όλα εκεί κι όμως κάτι έλειπε, το σπίτι είχε χάσει την αξία του, η αρμονία που υπήρχε πριν διαταράχθηκε, και δεν είχε σκοπό να γυρίσει, η ευτυχία που περιπλανιόταν στον αέρα στριμώχτηκε στη γωνία του σαλονιού σαν φοβισμένο σκυλί και έβαλε την ουρά στα σκέλια.

Τα τρεχούμενα νερά που κάποτε πρόσφεραν γαλήνη σταμάτησαν να κυλάνε, το ενυδρείο δεν έκανε πια θόρυβο, το air-condition σώπασε και η τηλεόραση η ανεξάντλητη αυτή πηγή χαράς πού γέμιζε το σπίτι με την κομψότητα της τώρα έβγαζε ατμούς. Πάει κι καφετιέρα. Η σκούπα που είχε ξεχάσει ανοιχτή η Έλντα άφησε ένα αποχαιρετιστήριο ουρλιαχτό, ζητώντας απεγνωσμένα ρεύμα. Σιωπή.

Έπεσε ο γενικός. Το ολοκαίνουριο dvd player που είχε αγοράσει η Μαρία εκείνο το πρωί του Φλεβάρη έχασε μέσα σε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου την αξία του, τώρα απλά γέμιζε ένα κουτί. Μια δυνατή φωνή διαπέρασε τους τοίχους της μονοκατοικίας και χάθηκε: «Γαμώ τη Δ.Ε.Η. μου γαμώ»