28/3/10

Όχι άλλη μια προβλέψιμη ταινία.

Είναι αυτή -η γνωστή σε όλους μας ηλίθια φάση- που σε πιάνει μια φορά το μήνα περίπου (αν είσαι τυχερός) και που θέλεις να βαρέσεις το κεφάλι σου στον τοίχο. Είναι τότε που συνειδητοποιείς πόσο μονότονη έχει καταντήσει η ζωή σου και πρέπει οπωσδήποτε να κάνεις κάτι για να μη βαριέσαι… Ακόμη χειρότερο όμως είναι το δεύτερο κύμα δυστυχίας που πέφτει πάνω σου έτοιμο να σε πνίξει επειδή ούτε το να διαβάσεις ένα βιβλίο σε ηρέμησε, ούτε ο κινηματογράφος άλλαξε τίποτα, μην μιλήσω για το δήθεν μεξικάνικο φαγητό που βγήκες να φας για αλλαγή, ούτε καν το ζαχαροπλαστείο δεν σε βοήθησε να περάσεις την κρίση, μετά τη γιόγκα στο γυμναστήριο σαβούριασες ένα μυρωδάτο πιτόγυρο με γιαουρτοσκόρδιον και τελικά κατέληξες να πηδιέσαι μπας και ξεχαστείς αλλά ανάμεσα στον (επαγγελματικά πλέον) υποκρινόμενο οργασμό σου ψιθυρίζεις στο αυτί του συντρόφου: «τελικά έπρεπε να το βάψουμε μπεζ το ταβάνι.»

Και μετά σου λέει έχεις επιλογές. Σκατούλες. Όλα μένουν ίδια αν δεν τα αλλάξεις. Γι’ αυτό είμαι εγώ εδώ να σας παρακινήσω να ενστερνιστείτε τη φιλοσοφία του Ζεν για να πάμε μπροστά … Αν έχει κανείς αντίρρηση, ζαμανφου. Τα μαθήματα αρχίζουν από Δευτέρα (και παρακαλώ εφοδιαστείτε με σόδες, ο διαλογισμός θα σας κάτσει βαρύς.)

12/3/10

Είσαι ο κόσμος μου

Γιατί αρέσει τόσο πολύ στους ανθρώπους να δεσμεύουν τον εαυτό τους.

-Αγάπη μου, θα σ’ αγαπώ για πάντα.

-Είσαι η ζωή μου

Και άλλες τέτοιες ψευτοενδείξεις αγάπης, λες και στέρεψαν οι άνθρωποι από συναισθήματα Καμία λέξη δεν μπορεί να περιγράψει καλύτερα τη χαρά από ένα χαρούμενο πρόσωπο. Γιατί δηλαδή να μπαίνουν όλοι στο τρυπάκι του Σ’ αγαπώ-Μ’ αγαπάς. Τα αυτιά τους δυστυχώς τους ξεγελάνε…

Είναι πολύ εύκολο να πεις σε κάποιον αυτό που θέλει να ακούσει. Πριν του το πεις όμως ρώτα τον αν θέλει να ξέρει την αλήθεια γιατί τότε αλλάζει το πράμα.

Δεχτείτε όλοι ότι τα ανθρώπινα όντα αλλάζουν τρόπο σκέψης, συμπεριφοράς, ακόμη και ζωής κάθε φορά που ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα τους, κάτι αφήνουν πίσω τους και κάτι παίρνουν μαζί τους. Δεν είναι και πολύ έξυπνο λοιπόν να εκφράζουν με τις λέξεις καταστάσεις που είναι αμφίβολο το πώς θα καταλήξουν. Να είσαστε ρεαλιστές εσείς οι άνθρωποι. (Τον εαυτό μου τον βγάζω απ’ έξω γιατί δεν θέλω να δεσμευτώ από μία ιδιότητα που είναι αμφίβολο το που θα καταλήξει.)

Όλοι έχουν το δικό τους κόσμο. Η διαφορά με τον έξω είναι ότι ο δικός σου έχει όρια. Όρια που θέτεις εσύ, επειδή υπάρχει μια λεπτή κλωστή ανάμεσα στη ζωή και στην ελευθερία που όμως δεν φτάνει για να ράψεις ένα αλεξίσφαιρο μπλουζάκι.





2/3/10

Το κυνήγι της Ευτυχίας.

Ντριν! Η Μαρία σήκωσε βιαστικά το κουρασμένο σώμα της απ' το κρεβάτι, έβγαλε τη μάσκα, φόρεσε τις λουλουδάτες παντόφλες της και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Πρώτα έριξε λίγο νερό στα μούτρα της για να ξεπλύνει όση νύστα είχε απομείνει γαντζωμένη στα βλέφαρα της και ύστερα έπλυνε τα δόντια της. «Έλντα καφέ.» φώναξε. Είχε ξημερώσει μια συνηθισμένη μέρα του Φλεβάρη κι όμως για τη Μαρία ήταν τόσο ξεχωριστή, όσο και το όνομα της. Έβαζε τα δυνατά της καθημερινά ώστε να δείχνει ευτυχισμένη, και τα κατάφερνε. Όμως ένιωθε έτσι; Ναι, ήταν το σπίτι. Όλα ήταν ιδανικά σ' αυτό, την έκαναν να δείχνει ευτυχισμένη Τα είχε όλα.

Πότισε τα λουλούδια στο μπαλκόνι, κοντοστάθηκε, μύρισε το βασιλικό, τι απόλαυση να αγγίζει τη μύτη σου μια μυρωδιά γνώριμη... Βαρέθηκε. Βγήκε, έκανε τα πρωινά της ψώνια και επέστρεψε.

Ακόμη και η Έλντα πού όργωνε όλο το σπίτι με την ηλεκτρική δεν την ενοχλούσε, Είχε μάθει να την αγνοεί, μετά θα τίναζε τα χαλιά, θα καθάριζε τα παντζούρια, θα ξεσκόνιζε, τα πάνω πάνω. Τι ευτυχία!

Αφού γύρω στη μία παρά τέταρτο ίσιωσε το τραπεζομάντιλο και διόρθωσε τη θέση της άδειας κορνίζας πλήρωσε την Έλντα. Σήμερα την έδιωξε νωρίτερα γιατί ανυπομονούσε να ανοίξει το κουτί που σκονιζόταν όλο το πρωί στο πάνω ράφι της ντουλάπας της. Τώρα μπορούσε... Μπάμ! Ένας εκκωφαντικός θόρυβος που έδιωξε απ' τα σύρματα κάτι άσπρα περιστέρια. Ήταν όλα εκεί κι όμως κάτι έλειπε, το σπίτι είχε χάσει την αξία του, η αρμονία που υπήρχε πριν διαταράχθηκε, και δεν είχε σκοπό να γυρίσει, η ευτυχία που περιπλανιόταν στον αέρα στριμώχτηκε στη γωνία του σαλονιού σαν φοβισμένο σκυλί και έβαλε την ουρά στα σκέλια.

Τα τρεχούμενα νερά που κάποτε πρόσφεραν γαλήνη σταμάτησαν να κυλάνε, το ενυδρείο δεν έκανε πια θόρυβο, το air-condition σώπασε και η τηλεόραση η ανεξάντλητη αυτή πηγή χαράς πού γέμιζε το σπίτι με την κομψότητα της τώρα έβγαζε ατμούς. Πάει κι καφετιέρα. Η σκούπα που είχε ξεχάσει ανοιχτή η Έλντα άφησε ένα αποχαιρετιστήριο ουρλιαχτό, ζητώντας απεγνωσμένα ρεύμα. Σιωπή.

Έπεσε ο γενικός. Το ολοκαίνουριο dvd player που είχε αγοράσει η Μαρία εκείνο το πρωί του Φλεβάρη έχασε μέσα σε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου την αξία του, τώρα απλά γέμιζε ένα κουτί. Μια δυνατή φωνή διαπέρασε τους τοίχους της μονοκατοικίας και χάθηκε: «Γαμώ τη Δ.Ε.Η. μου γαμώ»