18.3.22

γυρεύω τις λέξεις που με κάνουν να ανατριχιάζω

τις ψάχνω στο δρόμο

κρυφακούω καμιά φορά τους διπλανούς

τους περαστικούς

ανοίγω τις κεραίες μου να πιάσω σήματα

από τα λεξικά των άλλων 

μα πάντα οι λέξεις με γελούν

δεν είναι ποτέ δικές μου

όσο και να τις αγαπήσω

οι περισσότερες δεν κάθονται

να τις χρησιμοποιήσω

εγκαταλείπουν τη μνήμη μου

κι έτσι παύω να τις υμνώ

με εκδικούνται

που δεν φρόντισα να πάρω το μολύβι μου

κι ένα χαρτί και να τις κάνω

να υπάρξουν

λες και ήταν ποτέ αυτονόητες

3.12.20

χαμωτράγουδο

απόψε θα γυρίσω από κει που 'ρθα
θα φυτευτώ στο χώμα ως το κόκκαλο
να γίνω λίπασμα γι' αυτούς που δεν πεινάνε
θαμμένος άλλος κάθετος δεν θάφτηκε κανείς

μονάχο το κεφάλι μου θα στέκεται στον ήλιο
απ' το λαιμό ως το μέτωπο - η κούτρα καθαρή 
λες κι άξιζε που χάλασα ζωής χρονάκια τόσα
για μία καθαρότητα που δεν μου αναλογεί

να κάθουνται οι σπουργίτες μου να στήνουν τις φωλιές τους
για να τις καταστρέφουνε τα όρνια κι οι καιροί
μέχρι αψηλά της κεφαλής η καθαρή μετόπη
με κουτσουλιές απρόσεχτες αδρά να στολιστεί

να φάνε και τα μάτια μου
να πέσουν τα μαλλιά μου
τα δόντια να μου μείνουνε
για να μασάω τη γη.


31.3.20

χρειάζομαι μια βροχή


ήμουν μια σταγόνα. μια αναπάντεχη στιγμή.
μου επιτέθηκε η βαρύτητα. κι ύστερα άρχισα να πέφτω. κάθετα. να κατρακυλώ. σε στιλπνή επιφάνεια. -βάλε ότι θες με το μυαλό σου. τζάμι. πλακάκι μπάνιου ή μια ποδιά. ιδέα δεν έχω- προσπάθησα να κοιτάξω πίσω μα δεν μπόρεσα. η δύναμη με τράβαγε αδιάκοπα. πριν είχα όλο τον χρόνο. πλέον δεν είχα χρόνο για τίποτα. ψέματα. είχα. μόνο για να πέφτω. και να σκέφτομαι. ένιωθα πίσω μου να αφήνω το υδάτινο ίχνος μου και να μικραίνω. να μικραίνω πέφτοντας. να, να πέφτω μικραίνοντας. να, να χάνω όγκο και συνείδηση. να, να χαζεύω. δεν το επέλεξα αυτό το ταξίδι μα το κάνω. σκέφτηκα. χωρίς συνεπιβάτες. ολομόναχος. όπως πάντα. τουλάχιστον ως εδώ. μικραίνω όλο και περισσότερο. πότε ξανά μου δεν θα μεγαλώσω. σε λίγο θα εξατμιστώ. δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. αλλά είναι μια γνώση που έχω από τότε που άρχισα να πέφτω. η γνώση του αφανισμού μου.
-γλίστρησα; τι έγινε; ξέχασα- καταρρέω. ρέω προς τα -κάπου- κάτω δηλαδή. αν δίπλα μου είχα κάποιον σαν κι εμένα. θα μπορούσα τουλάχιστον να συγχωνευτώ. να παρατείνω λιγάκι τον αφανισμό. αλλά δεν φαίνεται κανείς τριγύρω. σαν κι εμένα. εγώ κατεβαίνω. κανείς. χρειάζομαι μια βροχή. για να σωθώ. και ο λαιμός του σαν οργωμένο χωράφι. με περιμένει. ποτήρι! ποτήρι ήταν τελικά. και ήμουν το νερό.                     



-αν κλέψει κανείς αλέτρι, λένε πως ξεψυχάει μονάχα αν του κρεμάσουν στο λαιμό έναν ζυγό-
ξύπνησα κι έτρεξα να πιώ.
νερό.

15.9.19

ξέφλουδα

Κυριακή μεσημέρι, σε ένα αστικό λεωφορείο κάπου στο κέντρο της πόλης, σε μια διαδρομή λίγο εως πολύ συνηθισμένη, μια γυναίκα, ασυνήθιστη, μεγάλη σε ηλικία μα νεαρή στην ψυχή, τραγουδά το «δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες» ένας κύριος, ασυνήθιστος, μεγάλος σε ηλικία μα νεαρός στην ψυχή, την πλησιάζει και τη ρωτά:

-αγαπάτε;
-τόσο όσο
-δηλαδή πόσο;
-ο μπαμπάς μου, από μικρή μου έλεγε: «όταν ερωτεύεσαι, να μην αγαπάς με το καρύδι της καρδιάς σου, να αγαπάς με τη φλούδα»
-ήθελε να σας προστατέψει.
-λάθος. να με καταστρέψει ήθελε.
-γιατί το λέτε αυτό;
-τώρα πια δεν μπορώ να αγαπήσω πιο πολύ απ' όσο διαρκεί μια αγκαλιά.

26.12.18

αντίθετα


μεταξύ των αντιθέτων εντός μου. πορεύομαι. μα δεν με αφήνουν να μείνω στην ευθεία. τα αντίθετα. βγαίνω εκτός. δεν παύω διαρκώς να ελαττώνομαι. να χάνω κάθε φορά που χάνομαι.

μεταξύ των αντιθέτων εντός μου. διασταυρώνομαι. με τους χίλιους εαυτούς. στο σταυροδρόμι της ντροπής επιστρέφω. για να φτύσω το είδωλο μου που με πρόδωσε. παύοντας να υπακούει στις κινήσεις μου.

μεταξύ των αντιθέτων εντός μου. πλευρίζω. τις ανάγκες μου και τις χαϊδεύω. σκύλες. μαύρες σκύλες. κι αν κάτσουν ήσυχες τους δίνω μπισκοτάκι για επιβράβευση. και τις χαϊδεύω. μην και γυρίσουν καμιά μέρα να με λιανίσουν. τον λιανό. εμένα.

μεταξύ των αντιθέτων εντός μου. ξεφεύγω. μια μέρα ξεφεύγω. όχι θα ξεφύγω. ξεφεύγω. τώρα ξεφεύγω. και οι ώμοι μου κοιτάνε μονοκόμματα. ούτε στροφές. ούτε κάμψεις. μονοκόμματος. μια μέρα πάω εκεί που θέλω. μια μέρα θέλω. θέλω.

2.12.18

ασυνόδευτος


ζέστη μέσα στην παγωνιά. σαράντα τετραγωνικά με κλίμα τροπικό. να βάζεις, να βγάζεις, να βάζεις, να βγάζεις.
σήμερα βρέχει μέσα μου. δάκρυα.
για όλα αυτά που έβαλα και δεν έβγαλα ποτέ. για την πανοπλία που έφτιαξα για να με προστατέψω και τώρα σκουριασμένη με απειλεί να μείνω δέσμιός της. δάκρυα.
που στέκονται στην άκρη των ματιών δειλιάζοντας να πέσουν. έρχονται για να μου θυμίσουν ότι ακόμα αισθάνομαι αλλά χωρίς να επιβεβαιώνομαι. δάκρυα.
χαράς. καμιά φορά με επισκέπτονται κι αυτά. σήμερα όχι. κι είναι γλυκά, νοσταλγικά και πάνε αγκαζέ με το χαμόγελο. δάκρυα.
που τρέχουν και δε σταματούν παρά μονό από διαβρωτικούς λυγμούς διακοπτόμενα. αυτά που και να θέλεις δε μαζεύονται. ρωγμές κι αυλακιές. δάκρυα.
για λόγους άγνωστους. όταν μια κίνηση γίνεται κύλιση. όταν ξαφνικά. για λόγους άγνωστους. λαμβάνεις την φροντίδα που σου έλειπε. χωρίς να τη ζητήσεις. δάκρυα.
για το ασυνόδευτο αυτό που ήρθε από κάπου χωρίς να ξέρει σίγουρα από που για να πάει κάπου αλλού χωρίς να ξέρει σίγουρα που αλλού. αυτό που είμαι όταν αφήνομαι στην ευκολία μου να μην λάβω την ευθύνη. όχι για τους άλλους. όχι. αυτό είναι ψέμα. αυτήν ακριβώς που μου αναλογεί. να βγω να πω. εγώ αυτός είμαι. έρχομαι από κάπου. και πάω κάπου αλλού. χωρίς συνοδούς. μόνο με τη βαθιά πεποίθηση ότι σε αυτό το αλλού θα συναντήσω κάποιον.
να του πω να μη βάζει μόνο, να βγάζει κιόλας. γιατί φτάνει η στιγμή που δε χωράνε. κι ερχονται και γίνονται βροχή. υγρά λόγια. που βρέχουν στην ψυχούλα σου.
και δε στεγνώνουν.

14.9.18

γκαπ

ο λόγος που είμαι εδώ είναι
για να λέμε την αλήθεια δεν
όπως και να 'χει εγώ θα
θέλω να πω πως
και στην τελική γιατί