19.7.13

Παρείσφρηση.

Γυρίζω στο πατρικό μου. Πτώμα απ' το ταξίδι. Τα πράγματα στο δωμάτιο μου είναι όπως ακριβώς τα άφησα και κάνω μπάνιο με παντεν για τέλειες μπούκλες. Ξεφτιλίκι. Πόσο μπαμ κάνει ότι δεν ζω πια εδώ;  Αλλά έτσι είναι. Την έχω πάρει πρέφα εγώ τη ζωή μου. Θα τη φάω όλη σκοντάφτοντας πάνω σε βαλίτσες γεμάτες ρούχα και βιβλία. Αυτό.

Έκανα βλέπεις τη μαλακία και έφτιαξα τα όνειρα μου γυάλινα για να είναι γυαλιστερά και να λαμποκοπούν και τώρα τα μαζεύω με σκούπα και φαράσι γιατί γίνανε θρύψαλα. Το ξύλο είναι το υλικό της ευτυχίας. Μπορεί να φθείρεται, αλλά όσο κι αν το κόψεις -και πριονίδι να μείνει που λέει ο λόγος- θα έχεις κομματάκια ευτυχίας που μπορείς να τα ρίξεις τουλάχιστον στο τζάκι της ψυχής σου να τη ζεστάνεις λιγάκι. Τα σπασμένα γυαλιά όμως, μόνο ανακύκλωση μπορείς να τα κάνεις και τα ανακυκλωμένα όνειρα βουλιάζουν σαν χάρτινες βαρκούλες στην μπανιέρα. Τελικά, τα καταπίνεις να μην δουν οι άλλοι τη ζημιά και γεμίζει το μέσα σου με ένα σωρό πληγές απ΄τα κοψίματα. Βρε δεν πάνε όλα στο διάολο. Δεν ήρθε η ώρα μου εμένα. Έχω μπόλικα ψωμιά να φάω και όνειρα να σπάσω ακόμα.

Κάπως έτσι παρεισέφρησα στην παλιά μου ζωή και αυτό το καλοκαίρι και κάθε επόμενο, όλο και περισσότερο θα μοιάζω με εισβολέα (ή επισκέπτη δεν ξεχωρίζω πιο είναι χειρότερο).

18.6.13

Είναι φορές που θέλω με κόψω σε κομμάτια και να με φάω.

14.6.13

Εξόφληση.


Τα κουνούπια δε μετανάστευσαν φέτος. Χώμα και ζέστη. Αυτό θέλουν. Γιατί να φύγουν; Εγώ γιατί έφυγα; Άφησα τη βάση μου και κινδυνεύω να τη χάσω. Αν δεν την έχασα ήδη δηλαδή. Είναι μεγάλη πλάνη να νομίζεις ότι οι βάσεις είναι σταθερές. Χωρίς εσένα οι βάσεις σου διαλύονται σαν παλάτια στην άμμο.

Μείναμε τώρα οι δύο μας. Εμείς και τα κουνούπια. Επιτέλους. Μα τώρα δεν θέλω πια να σου πω τίποτα. Τότε που ήθελα, έκανες πως κοιτούσες αλλού. Τώρα το κατάλαβα ότι εμένα κοιτούσες με την άκρη του ματιού σου. Δεν θέλω να πω τίποτα σε κανέναν. Βαρέθηκα να εξηγώ και να εξηγώ και να εξηγώ. Να βάλουν και λιγάκι το ξερό τους να δουλέψει. Κουράστηκα. Δεν μ' αρέσει που το λέω, αλλά αυτό νιώθω. Και το λέω.

Απλά εκλείπουν αυτές οι αβίαστες συζητήσεις που είχαμε κάποτε. Μας ένοιαζε τόσο να μιλήσουμε, να πούμε τη γνώμη μας να εξηγήσουμε γιατί εμείς το βλέπουμε μαύρο με άσπρες ρίγες ενώ αυτοί άσπρο με μαύρες ρίγες. Βιαστήκαμε να ερμηνεύσουμε τον κόσμο με τις θεωρίες μας και τώρα ο κόσμος δεν μας χωράει. Έχουμε ξεπεράσει το στάδιο του κυνισμού για τα πάντα. Κάναμε το βήμα  και τώρα είναι όλα αδιάφορα. Κι ενώ υπάρχουν τόσα μέρη που δεν έχουμε δει, και τόσοι που δεν έχουμε γνωρίσει, είναι σαν να μην μας εκπλήσσει τίποτα πλέον. Ό,τι καινούριο και διαφορετικό ζούμε το φιλτράρουμε μέσα από το τενεκεδένιο αντικολλητικό καλούπι της σκέψης μας και στο τέλος βγαίνει άδειο και στεγνό σαν σουφλέ σοκολάτας που παραψήθηκε. Και φαίνονται όλα άσχημα σαν τον πίνακα που ζωγράφισες σήμερα το πρωί. Πόσος καιρός πάει που σου ζήτησα να ζωγραφίσεις ένα άφυλλο δέντρο στον τοίχο της κουζίνας;

Κάποιος είπε «Είσαι αυτό που αγαπάς, όχι αυτό που σ'αγαπάει.» Με σκάλωσε αυτός ο κάποιος.
Μάταια προσπαθώ να το αναλύσω. Δεν αναλύεται άλλο. Τελειώνει εκεί ακριβώς στην τελεία. Γιατί τις άφηνα να περνάν απαρατήρητες τις τελείες; Ήταν πάντα εκεί κι εγώ έκανα πως δεν τις έβλεπα.
Έτσι για να έχω να σου λέω και να έχουμε να αναλύουμε. Και τώρα τι μας έμεινε; Ένας μισθός που δεν μας φτάνει για να φάμε, οπότε καλύτερα που τον ξοδεύουμε στα ποτά στο μπαράκι που δεν
συχνά-ζούμε.
Και ακόμη πιο συχνά-δεν-ζούμε.

Κομματάκι νωρίς δεν ξοφλήσαμε;

3.6.13

Παραδόξως,


ηταν ωραία. Τότε που η αγαπημένη μου ασχολία τα καλοκαίρια ήταν να μαζεύω πεταμένα καπάκια απ' την παραλία. Τόσα χρόνια μετά. Στην ίδια παραλία. Άλλοι μαζεύουν τώρα τα καπάκια κι εγώ παλεύω να ανάψω τσιγάρο με σπίρτα ενώ έξω φυσάει τρελά. Αλλά έτσι έχω μάθει. Να έχω υπομονή και να επιμένω. Κι ας λένε κάποιοι ότι χάνω τον καιρό μου. Ούτως ή άλλως καιρό δεν έχω για να τον χάσω. Υποχρεώθηκα να έρθω εδώ που είμαι. Στον κόσμο μου ο χρόνος δεν υπάρχει. Είναι αμοιβαίες ανταλλαγές στιγμών που κάνουν άθροισμα μηδέν κι έτσι αδυνατεί να υπάρξει αυτό που εσείς καλείτε χρονική διάρκεια. Δανεικό αέρα αναπνέω. Και όλοι μας. Είμαστε παράδοξα και παλεύουμε με τα λογικά μας αδιέξοδα για να καταλήξουμε στην ανυπαρξία.

17.5.13

Ασφόδελος Λειμώνας

Χρόνια τώρα κυνηγάω το ανέκφραστο κι έφτασα να γίνω ανέκφραστος εγώ. Είμαι φτασμένος εγώ μη με βλέπεις τώρα που ξέπεσα. Είναι που τους τελευταίους μήνες με χαρακτηρίζει αυτή η διαρκής αμεταβλητότητα. Όλοι έχουν τις στιγμές τους.

Παντού συντροφικότητα. Παντού σχέσεις. Στενές. Δυνατές. Άθικτες. Και ανιδιοτέλεια πουθενά. Ανέκαθεν έβρισκα την γαλήνη στην απομόνωση αλλά όπως όλα τα πράγματα η γαλήνη από την παραφροσύνη διαχωρίζονται από μια λεπτή κλώστη την οποία είμαι στην εξέχουσα θέση να βλέπω.

Ένα βουητό πλανιέται στον αέρα όπου και να βρίσκομαι. κι όταν αρχίζεις να μεταφράζεις αυτό το βουητό στη δική σου γλώσσα λένε υπάρχει πρόβλημα. Το hang-out με παλιόφιλους βοηθάει. Καμιά φορά σε ρίχνει κιόλας αλλά στη συγκεκριμένη φάση βοηθάει. Είναι καλό να ζητάς βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι. Αλλά είναι και φορές που λες άστο καλύτερα. Πόσο πολλά χάνεις αυτές τις φορές και πόσα λίγα κερδίζεις. Και πόσα λίγα κερδίζει γενικώς κανείς στη ζωή του, σε αντίθεση με το για πόσα παλεύει. Και προσπαθούν να σε πείσουν ότι γι' αυτά τα λίγα είναι που αξίζει να ζεις.

Ξόδευα τις μέρες μου να βλέπω ανθρώπους να ξυπνούν και να κοιμούνται και να ονειρεύονται. Να ονειρεύονται ότι με κέρδισαν. Όσο μπορεί να κερδίσει κανείς έναν άνθρωπο. Να ποθούν να τους δανείζω τις μέρες μου και να τις περνάμε από κοινού για να έχουν να γεμίζουν άλμπουμ με φωτογραφίες διακοπών και κενές σελίδες σε ημερολόγια. Τώρα ψάχνω να βρω που είναι το λάθος σε αυτό το συλλογισμό και ποια απ' τα σφάλματα μου είναι επακόλουθα αυτού του λάθους. Το θέμα είναι αν προλαβαίνω να τα διορθώσω ή αν θα τα πάρω μαζί μου στο αρχαιοελληνικό λιβάδι με τους ασφόδελους την αιώνια κατοικία των νεκρών.

Ζω κοντά σε πολλούς ίσως πάρα πολλούς μα μαζί με κανέναν. Τα αόρατα δάκρυα σχημάτισαν αυλάκια στο πρόσωπό μου και κάθε που βρέχει τα αυλάκια γεμίζουν και μοιάζει να κλαίω. Μα δεν κλαίω. Έπαψα να κλαίω. Δεν ωφελεί σε τίποτα πια. Κάποτε έκλαιγα μέχρι να ηρεμήσω τώρα δεν ωφελεί σε τίποτα πια. Μόνο βουρκώνω που και που για να αποδείξω στον εαυτό μου, που με αμφισβητεί, ότι ακόμα αισθάνομαι.

19.4.13

"Η σάρκα φταίει"


6.4.13

Τι να έχω; Τίποτα δεν έχω. Δεν μπορούμε να πάμε απλά μια βόλτα ως το λιμάνι; Χωρίς να παριστάνω πως όλα είναι εντάξει και χωρίς να απαιτείς να σου πω το γιατί.