18.1.12

Να με βοηθάς.


Ξυπνητήρι. Χτυπά. Δυνατά. Πολύ δυνατά. Αλλά εσύ. Το ακούς. Πιο δυνατά. Αναβολή. Πατάς. Και ξαναπατάς. Δειλά. Την ώρα κοιτάς. Τελικά. Ξυπνάς. Σηκώνεσαι. Γλιστράς. Και πέφτεις. Βρίζεις. Ξεσπάς. Πλένεσαι. Εσύ. Τα δόντια σου. Η μάπα σου. Η μέρα φαίνεται να έχει την αίσθηση καινούριας οδοντόβουρτσας. Ξεπλένεσαι. Εσύ. Η ομορφιά. Το στόμα σου. Αργείς να πας. Εκεί. Αργείς να πας εκεί που έχεις να πας. Βρίζεις. Δεν ξεσπάς. Τη γάτα κλωτσάς. Παίρνεις την τσάντα. Κλείνεις την πόρτα. Κλειδώνεις. Κατεβαίνεις. Σκαλιά. Και επίπεδα. Το κινητό! Ξεχνάς. Ανεβαίνεις. Σκαλιά. Όχι επίπεδα. Ξεκλειδώνεις. Τι ήρθες να κάνεις; Α, ναι. Κινητό. Λεφτά. Κλειδιά. Τροφή για τη γάτα. OK. Ξανά. Βγαίνεις. Κρύο έξω. Παγωνιά. Κρύο και μέσα. Θα αρρωστήσεις. Περπατάς. Γλήγορα (που έλεγε η γιαγιά σου. «Γρήγορα γιαγιά, όχι γλήγορα. Γρήγορα» Κι η γιαγιά: «Ααα, γλήγορα.») Περπατάς. Σπρώχνεις. Σκουντάς. Παραπατάς. Ποδοπατάς. Σε βρίζουν. Ξεσπούν. Απαντάς. Δεν ξεσπάς. Προχωράς. Εκεί που πας. Τα ακούς. Χοντρά. Αφού άργησες. Ή όχι. Δεν τα ακούς. Χάνεις όμως την αρχή από κάτι. Κι η αρχή είναι πολλά. Δεν λυγίζεις. Κοιτάς. Δε μιλάς. Ξεφυσάς. Μεσημέρι. Σπίτι γυρνάς. Πεινάς. Εικόνα: ψυγείο άδειο. Τώρα τι θα φας; Παραγγέλνεις. Ξεχνάς. Γαμώτο. Να τους πεις να βγάλουν την ντομάτα και το κρεμμύδι.  Έρχεται. Ο ντελιβεράς. Αλλά εσύ έχεις ανάψει θερμοσίφωνα. Κάνεις μπάνιο. Τρως. Κρύωσε. Καναπές. Ξαπλώνεις. Ύπνος σε παίρνει. Βαθύς. Πτώμα ήσουνα. Ξυπνάς. 21:00. Ξαναπεινάς. Πάει η μέρα. Μένεις σπίτι. Κάνεις. Ότι προλαβαίνεις. Τηλέφωνο. Χτυπά. Δεν το σηκώνεις. Έχεις δουλειά. Επιμένει. Απαντάς. Τα παιδιά! Για ποτό στο CITY. Δεν μπορείς. Το κλείνεις. Γελάς. Όχι από χαρά. Βρίζεις. Δεν ξεσπάς. Τον καθρέφτη κοιτάς. Και τον σπας. Με το βλέμμα. Φτου! 7 χρόνια γρουσουζιά.

Εντάξει παιδιά που είναι η κάμερα;

Γυρνάω στο σπίτι εγώ. Σου χαμογελώ. Τον σπασμένο καθρέφτη. Κοιτώ. Αδιαφορώ. Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά. Άκου 7 χρόνια γρουσουζιά. Αγκαλιά. Σε παίρνω. Σφιχτά. Με κρατάς. Ηρεμείς. Βρίζεις. Ξεσπάς. Εξηγείς. Σε κοιτώ. Με κοιτάς. «Να με βοηθάς.».


13.1.12

Ο δεκάλογος του (παρ)αλόγου!

1.Αγαπημένη στιγμή: Τότε που μου έσκασε η τύχη ένα χαμόγελο.
2.Αγαπημένο άρωμα: Της μπογιάς (σκέτη μαστούρα).
3.Αγαπημένο φαγητό: Της ώρας.
4.Αγαπημένο γλυκό: Παγωτό (χειμώνα-καλοκαίρι).
5.Αγαπημένο ποτό: Popeye (χυμός ροδάκινο, πορτοκάλι και ανανά)  Το δοκίμασα ένα καλοκαίρι σ' ένα μπαράκι εκεί που σκάει το κύμα κι από τότε δεν νοείται καλοκαίρι χωρίς popeye.
6.Αγαπημένο βιβλίο: «Ποίος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» Μάρκ Χάντον.
7.Αγαπημένο τραγούδι: Δεν έχω τέτοιο. Άλλα αν με ρωτούσες ποιο γράφτηκε για μένα θα σου έλεγα το Wait του Alexi Murdoch.
8.Αγαπημένη σειρά: Six Feet Under (the best of all).
9.Αγαπημένη έξοδος: Η είσοδος στο όνειρο.
10.Αγαπημένη διαδρομή: Από τα παρασκήνια στη σκηνή.

Θερμά ευχαριστήρια στην SoDurck για την πρό(σ)κληση στο μπλογκοπαίχνιδο.

Το πλασάρω στους:
kovo voltes
BiScoto 
jo.
α Lyr
όλα θα πάνε καλά
πάντα στο ποτέ
Χαζή Δανάη
Summertime Blues
άσωτος γιός
La koumbara


8.1.12

Όχι τίποτα άλλο, για τα συγχαρητήρια.

Πάει καιρός τώρα που κατάλαβα τι είναι αυτό που με στεναχωρεί. Η ζωή είναι τόσο διαφορετική από τα βιβλία. Με τόσους πολλούς τρόπους. Εμείς εκεί. Συνεχίζουμε να διαβάζουμε βιβλία· να διαβάζουμε για ζωές που δεν θα ζήσουμε, για ανθρώπους που δεν θα γνωρίσουμε, για μέρη που δε θα δούμε ούτε στα όνειρα μας, να ταυτιζόμαστε με ήρωες που δε μας μοιάζουν αλλά θα θέλαμε να τους μοιάζουμε. Αν η ζωή είχε την παραμικρή σχέση με ένα βιβλίο τότε θα ήταν εύκολη ως γελοία η διαχείρισή της. "Η διαχείρισή της" πόσο κάλπικο ακούγεται αυτό; Ποιος σκέφτεται πως θα ζήσει; Κανείς; Όλοι ζουν. Απλά. Εσύ τι κάθεσαι και σκέφτεσαι τώρα; Μου λες;
Σλαπ. Σλαπ. (αυτοχαστουκίστηκα)

Η ζωή δεν είναι βιβλίο είναι παράσταση. Σε αυτή την κωλοπαράσταση  βρίσκεσαι επί σκηνής χωρίς πρόβα. Το σενάριο νομίζεις ότι το γράφεις πάντα εσύ αλλά καμιά φορά το γράφουν και Άλλοι για σένα. Έτσι η ζωή σου έχει πάντα ενδιαφέρον (κι αν όχι για σένα, τότε για κάποιον άλλο). Είναι όπως στις αμερικάνικες σειρές στη τηλεόραση που έχουν πέντε-έξι συγγραφείς και η σειρά είναι επιτυχημένη και έχει πάντα ενδιαφέρον.  Και το θέατρο πάντα έχει έστω έναν θεατή (εσένα) και εσύ με ευλάβεια και σεβασμό στον θεατή σου δίνεις την παράστασή σου. Καλά. Όπως ξες. Στο τέλος, υποκλίνεσαι βαθιά. Δέχεσαι το χειροκρότημα (ή τις ντομάτες).  Θέλω πολύ να δω τι θα κάνεις αν ο ένας και μοναδικός θεατής σου (ή και οι υπόλοιποι) ζητήσει να σε δει στο καμαρίνι.

1.1.12

Διάβασέ μου τις ταμπέλες

 Όταν ήμουν νιάνιαρο και ταξιδεύαμε με το φάμιλι βράδυ με τ' αμάξι, μ' άρεζε  κι εμένα να διαβάζω με τη σειρά τις ταμπέλες των καταστημάτων. Μετά έμαθα ότι οι ταμπέλες δεν μπαίνουν μόνο στα μαγαζιά αλλά και στους ανθρώπους. Ξαφνικά ένιωσα ένα βάρος στο σβέρκο μου. Έβλεπα τώρα από το λαιμό μου να κρέμονται ατέλειωτες ταμπέλες με πολύχρωμα φωτάκια και κορδέλες χρυσές. Τις διάβασα. Μία μία. Προσεκτικά. Έκανα την  αυτοκριτική μου. Κοίταξα τριγύρω. Διάβασα κι άλλες. Ύστερα κατάλαβα ότι αυτές οι ταμπέλες, οι "ανθρώπινες" είναι και οι πιο παραπλανητικές.

31.12.11

ΕΧΙΤ

Χειρονομίες. Ποδοπάτημα. Ουρλιαχτά. Στριμωξίδι.

Πασχίζουν όλοι να φτάσουν στην έξοδο κινδύνου. Η άλλη πλευρά θα είναι σίγουρα πιο ασφαλής νομίζουν. 

Νομίζουν. 

«Τα ίδια σκατά θα είναι τέκνα μου, πού το ακούσατε πως τάχα υπάρχει έξοδος κινδύνου απ' τον πλανήτη;»



29.12.11

Ιστορίες ενός ταξιτζή - μέρος 2ο

Δεν σου έκανα πρόλογο για το ποιος είμαι κι από που κρατάει η σκούφια μου και τι κάνω κάθε μέρα στη δουλειά και τα ρέστα γιατί εμένα κάτι τέτοιες αηδίες μου τη δίνουνε και γιατί να πούμε εγώ δεν το 'χω και πολύ με το "λέγειν" και το "γράφειν". Αλλά που θα πάει θα με μάθεις σιγά σιγά μέσα απ' τις ιστορίες μου. Την ίδια μέρα που είχα πάρει εκείνο τον παππού, που αξέχαστος θα μου μείνει πανάθεμα τον, έκλαψε κι άλλος κόσμος στο ταξί μου. Όχι πολύς, να μια κυρία ακόμη. Ήμουν σταματημένος στο φανάρι εκεί που συναντιούνται η Εγνατία με την Ιασωνίδου, χωρίς να το καταλάβω καλά καλά ανοίγει μάγκα μου η πόρτα απ' το ταξί και βλέπω δύο κυρίες μια ηλικιωμένη και μια μέσης ηλικίας. Η μέσης ηλικίας βάζει την ηλικιωμένη μέσα, γύρω στα 75 ήτανε θαρρώ, και μου λέει «Θα την πάτε κάπου στην Καλαμαριά, θα σας πει στο δρόμο». «Εντάξει», λέω εγώ χαρούμενος που πήρα κούρσα. Με το που ανάβει το πράσινο και ξεκινάμε μου λέει η κυρία «Μπορώ να κλάψω σας παρακαλώ;»· «Ελεύθερα» της λέω. Μόλις ξεθύμανε μου άνοιξε την καρδιά της σαν τριαντάφυλλο και μου 'πε πως μόλις έμαθε ότι ο καρκίνος της κόρης της έκανε μετάσταση στους λεμφαδένες και η κατάσταση είναι σοβαρή. Άφωνος εγώ. Σκεφτόμουν πόσα συμβαίνουν χρονιάρες μέρες και εμείς δεν παίρνουμε χαμπάρι. «Δεν έκλαψα μπροστά της όταν το είπε ο γιατρός. Δεν ήθελα. Δεν μπορούσα να της το κάνω αυτό. Έχει και δύο παιδιά η κόρη μου. Μακάρι ο πατέρας τους να βρει δύναμη να τα μεγαλώσει. Ευχαριστώ που με αφήσατε να κλάψω.» Κάπου ανάμεσα σ' όλα αυτά μου έδινε οδηγίες για να την πάω στο σπίτι της. Δεν έβγαλα άχνα. Ποια κουβέντα μου θα μπορούσε να μαλακώσει την καρδιά της που λίγα λεπτά πριν -για μια στιγμή μονάχα- ξέχασε πώς να χτυπά;

26.12.11

Κλέβω

Κλέβω λέξεις. Κλέβω σκέψεις. Κλέβω ιδέες. Και μετά φτιάχνω. Φτιάχνω άχρηστα και φτιάχνω και χρήσιμα. Αλλά καμιά φορά νιώθω τύψεις. Ξέρεις, που κλέβω. Αλλά μετά σκέφτομαι ότι στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση. Και ηρεμώ. Ναι. Γιατί ο,τι και να σκεφτεί το ανθρώπινο μυαλό όταν στοχεύει στη δημιουργία τέχνης ή ατεχνίας (μερικές φορές προτιμώ να την αποκαλώ έτσι) ασυνείδητα θα πατήσει στις λέξεις, στις σκέψεις, στις ιδέες, κάποιου άλλου. Βέβαια το αποτέλεσμα είναι πάντα διαφορετικό. Αυτό είναι άλλωστε και το κριτήριο με το οποίο διακρίνονται οι καλλιτέχνες και τα ρεύματα.
Δεν ψάχνω όμως για να κλέψω. Είμαι κάτι σαν τον τίμιο κλέφτη του Ντοστογιέφσκι. 
Συναντώ και κλέβω.
Σέβομαι και κλέβω. 
Κλέβω χωρίς να το ξέρω μερικές φορές γιατί απλά κάποιος σκέφτηκε αυτό που σκέφτηκα πριν από μένα.