7.9.11

Φέτος δεν ήρθαν οι μέδουσες.

(Ένας νεαρός. Περπατάει ανήσυχα μέσα στο σπίτι του. Το παίρνει απόφαση. Πηγαίνει στο τηλέφωνο, Σηκώνει το ακουστικό. Κάνει πως παίρνει έναν αριθμό. Περιμένει μερικά τουτ και_

Γειά. Ναι εγώ είμαι. (Τώρα θα της γκρινιάξω) Με ξέχασες. Σκεφτόμουν. Ξέρεις, όταν αρχίζω να σκέφτομαι τσαλακώνω τα σεντόνια μου από το πολύ στριφογύρισμα. Όχι αυτή τη φορά δεν θα γυρέψω νοσηλεία στα σινεμά και στα βιβλία. Γι' αυτό σε πήρα. 'Ημουν περαστικός. Απ' τη ζωή σου. Και όλοι μας είμαστε. Περνάμε αφήνουμε μια φωτογραφία (σε κάποιο άλμπουμ που αναμένεται να σκονιστεί) ή το στίγμα μας και ύστερα γινόμαστε ανάμνηση. Συνέχιζουμε το μοναχικό (ψιθυριστά) ταξίδι μας.

Δεν έχουμε μιλήσει ποτέ οι δυό μας γι 'αυτα τα πράγματα. Πάντα βρισκόμασταν ανάμεσα σε οντότητες που καίγονταν να μιλήσουν για τους εαυτούς τους, όπως τότε που τρώγαμε στο γυάλινο τραπέζι και είχαμε πολλά κοινά. Αν ήμουν καπνιστής θα κάπνιζα τώρα που σου μιλάω. Η φωνή μου θα είχε μια αδύναμη δυναμικότητα. Πάφα-πούφα, πάφα πούφα. Θα ήμουν ευάλωτος σαν να βγήκα από σειρά του Παπακαλιάτη που όλοι αρνούνται ότι τη βλέπουν, αλλά κανείς δεν χάνει επεισόδιο.

Σκατούλες. Έχω βαρεθεί να δέχομαι άχρηστες πληροφορίες από όλες τις πηγές και ιδιαίτερα από την τηλεόραση.  Έχω βρει όμως το κόλπο. Ανοίγω το χαζο-πλάσμα πατάω το mute και κοιτάω τις φάτσες τους και ξεκαρδίζομαι γιατί όσο κι αν ζορίζονται ν' ακουστούν εγώ δεν ακούω λέξη!

Φέτος δεν ήρθαν οι μέδουσες στην παραλία που κάνω μπάνιο και αυτό είναι καλό γιατί γλίτωσα τα πιθανά τσιμπήματα αλλά σαν να έμεινε ανοικτή κάποια υπόθεση σαν να μην έκλεισε τον κύκλο της αυτή η εποχή. Κι εγώ γυρίσα στην πόλη και είμαι 18 παρά τέταρτο. Βλέπεις είμαι απ' τους τυχερούς που έχουν γενέθλια μετά το καλοκαίρι. Μέχρι της 22 λοιπόν είμαι ανήλικος. Είμαι ένας άστεγος που πέρασε στο πανεπιστήμιο. Μην είσαι περήφανη για μένα. Είναι νωρίς ακόμα. Κάτσε να βγω απ' τη σχολή, κάτσε να βρω δουλειά, κάτσε να βρώ γυναίκα, κάτσε να παντρευτώ, κατσε να κάνω παιδιά, κάτσε να βγω στη σύνταξη, κάτσε να γεράσω και μετά μπορείς να είσαι περήφανη για μένα. Ή και όχι. Μάλλον όχι.

Ξέρω ότι γίνομαι κουραστικός αλλά θέλω να τα πω. Ή εγώ δεν έχω νιώσει αρκετό πόνο ή οι άλλοι υπερβάλλουν. Η λογική θα απαιτούσε ως απάντηση το πρώτο όμως  δεν αντέχω άλλο να ακούω για πληγωμένες καρδιές. Όσο και να σ' έχει πονέσει κάποιος το αγκάθι το βγάζεις. Κι εμείς ερωτευτήκαμε αλλά δεν τρελαθήκαμε. Είναι σαν να βουλιάζεις σε κινούμενη άμμο και να 'χεις γύρω σου κλαδιά να πιαστείς κι εσυ να κάθεσε αμέριμνος. Εσύ είσαι που βουλιάζεις ρε γαμώτο όχι κανένας ξένος.

(
Τουτ-τουτ,
τουτ-τουτ
τουτ-τουτ.

τουυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυτ.)





15.8.11

Προσ -περισσότερες- φορές

Οι φλέβες μου έτοιμες να βγουν απ' το δέρμα. Οι αισθήσεις μου βρίσκονταν σε έξαρση. Μύριζα περισσότερο (το ιδρωμένο σου κορμί), άγγιζα περισσότερο (τα λιγνά σου δάχτυλα), έβλεπα περισσότερο (ένα γραφικό τοπίο που είχες δει κι έμεινε από τότε στα μάτια σου τα πράσινα), γευόμουν περισσότερο (αν και το στόμα μου είχε ξεραθεί), (δεν άκουγα, δεν σε άκουγα που μου φώναζες 2 λέξεις πρωτάκουστες: «σε αγαπώ») άκουγα περισσότερο την πόρτα που έτριζε κάθε που φυσούσε το αεράκι που βγαίνει μετά το σούρουπο. Πως να έχεις την πόρτα κλειστή Αύγουστο μήνα; Και ξαφνικά θυμήθηκα πάλι τα εκπτωτικά κουπόνια που είχαν ξεμείνει στο συρτάρι της κουζίνας και τις καλοκαιρινές προσφορές που είχαν αρχίσει εδώ και καιρό. Γαμώτο, κι όλο έλεγα θα τα χρησιμοποιήσω.

Κάτι βράδια του Αυγούστου σαν κι' αυτά έχουν μια παράξενη μυρωδιά σαν φρεσκοβρεμμένο γρασίδι και καταλήγεις να ξαπλώνεις στην άμμο (γιατί απλά δεν μπορείς να μείνεις στο σπίτι). Καθώς βυθίζονται τα πόδια και τα χέρια μου στην άμμο, γυρνάς και μου ψιθυρίζεις κάτι πικάντικο στο αυτί κι εγώ εκείνη την ώρα κοιτάζω τον ουρανό και καταλαβαίνω ότι η γη γυρίζει. Σαν να φέρνει στα αυτιά μου ο αέρας εκείνο το τραγούδι που είχε σημαδέψει ένα απ' τα καλοκαίρια μου.


Κι έρχονται στο μυαλό μου τα παλιά, σαν όνειρα που είδα μες τη νύχτα και τα μισοθυμάμαι το επόμενο πρωί.

17.7.11

Επιτεύγματα

Δεν έχω μάθει όταν θέλω κάτι να απλώνω το χέρι μου και να το παίρνω και δε νομίζω ότι αυτό μαθαίνεται. Κι όσες φορές δοκίμασα να το κάνω μου φάγανε τα χέρια. Μερικοί. Τυχεροί. Ξέρουν να εκμεταλλεύονται αυτό που τους παρέχει η ζωή (και η ηλικία τους). Όμως κι αυτοί ακόμα, όταν οι επιθυμίες τους συμπίπτουν, μαζεύονται γύρω από τη λεία τους -όπως τα ζουζούνια γύρω απ' τη λάμπα- και τρώγονται μεταξύ τους. Πάει καιρός που νιώθω ότι δεν εκμεταλλεύτηκα σωστά την εφηβεία μου και φοβάμαι ότι αυτό δεν θα σταματήσει εδώ. Είναι οι ευκαιρίες που 'χω χάσει. Και είναι πολλές. Όπως λέει μια ολοκληρωμένη γυναίκα: «Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις.» Τι να πεις; Οι συγκυρίες. Έτσι ως τώρα έχω μετανιώσει για πολύ λίγα πράγματα αν και πάντα πίστευα ότι είναι μεγαλύτερο αγκάθι να μετανιώνεις για πράγματα που δεν έκανες. Πως ξαφνικά ν' αρχίσω να αρπάζω το μερίδιο μου από τη ζωή; Πρέπει να σταματήσω να σκέφτομαι πώς να ζήσω.

Το μετά με στοιχειώνει, που θα με στήσω στον τοίχο για να δω τι σκατά κατάφερα.


Ο Μπέρτραντ Ράσσελ είπε:

Ο μόνος τρόπος για ν' αντιμετωπίσουμε την πανανθρώπινη οίηση είναι να μην ξεχνούμε ποτέ πως ο άνθρωπος είναι ένα σύντομο επεισόδιο στη ζωή ενός μικρού πλανήτη που περιστρέφεται, μοναχικός και πεπερασμένος, σε μια μικρή γωνιά τού σύμπαντος.

...και με άρεσε.

3.7.11

Στα ρηχά

Κάθε μέρα και πιο πολλά. Μαθαίνω τελικά με τον καιρό ε; Από πάντα ήμουν καλός στη θέση αυτή:
να ακούω.
Μα όταν ερχόταν η ώρα να μιλήσω μάλλον αναμάσαγα κάτι από αυτά που άκουσα ή σιωπούσα. Δε μου έβγαινε. Θέλει ώθηση η φωνή για να βγει από μέσα σου. Μπορεί εσύ να την ακούς δυνατά μέσα στο κεφάλι σου αλλά γαμώτο είμαστε φτιαγμένοι με καλή ηχομόνωση.

Σκέψου.................................Μίλα.
Από τότε πού άκουσα το: «Πριν μιλήσεις, βούτα τη γλώσσα σου στο μυαλό.» σταμάτησα να μιλάω. Μένω εκεί να κάνω μακροβούτια στη σκέψη. Αλλά πάντα στα ρηχά. Στα βαθιά ζούνε τα μεγάλα ψάρια που θα με καταβροχθίσουν. Δε φοβάμαι για μένα, είμαι άνοστος. Φαίνομαι άλλωστε. Φοβάμαι για εκείνα, που θα τους κάτσω βαρύς.

Και με αυτή τη πάμφθηνη δικαιολογία κάθομαι και πλατσουρίζω στα (θολωμένα) ρηχά μου νερά. Και ζω υποκρινόμενος ότι στα ανοιχτά είναι που παραμονεύουν οι κίνδυνοι κι όχι εδώ που «πατώνουν» οι πολλοί και δήθεν αδιάφοροι. 
Στα ρηχά, παιδί μου. Στα ρηχά. 

24.6.11

Όταν μεγαλώσω θέλω τα γόνατά μου να είναι σκισμένα.

Γιατί όταν είσαι παιδί είσαι δικαιολογημένο. Σε ξελασπώνει η παιδική αθωότητα σου. Και να πασαλειφτείς με κρέμα, και να φτύσεις, και να πέσεις, και να ανοίξουν για άλλη μια φορά τα γόνατά σου, και να κατουρηθείς πάνω σου, και να κυλιστείς στο γρασίδι, και να τραβήξεις τα μαλλιά της αδερφής σου, και να ουρλιάξεις μέσα στο σούπερ μάρκετ, και να κλωτσήσεις τη γάτα, και να ξεχάσεις να  πεις ευχαριστώ, το πολύ πολύ να φας κάνα δυο ανάστροφες και καμιά ακόμη στο ποπουδάκι, παιδί είσαι δεν πειράζει.

Λες και μεγαλώνουμε ποτέ; Υπάρχουν στιγμές  που νιώθω τόσο μικρός, μικρός πολύ μικρός, μικρός και κοντός. Αισθάνομαι ότι θα περάσει κάποιος, δε θα με δει και θα με πατήσει Κάτι τέτοιες στιγμές ,συνήθως νύχτες, σκέφτομαι πως ανήκω σε λάθος κατηγορία. (κι αλλάζω τα σεντόνια μου.)


Κι όταν σήκωνα το κεφάλι ψηλά με ρωτούσαν: «Τι κοιτάς;» και αποκρινόμουν: «Τ' αστέρια» και έβλεπα τα φρύδια τους να κουνιούνται υποτιμητικά και να κατσουφιάζουν καθώς περίμεναν ν' ακούσουν για κάποιον που 'χε βγει με το σώβρακο στο μπαλκόνι ή για κάτι παιδιά του 1ου ορόφου που έκαναν σεξ με το φως ανοιχτό και οι σκιές τους έκαναν πάρτυ στην κουρτίνα.

«Μαμά αυτός βάζει τη μελισσούλα του στο λουλούδι της!»

14.6.11

Σελιδοδείκτης

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τον έχασα. Αυτόν, που πρόλαβε να με συντροφέψει σε ένα μόνο βιβλίο. Το θυμάμαι τον είχα βάλει στην πρώτη σελίδα του βιβλίου που σκόπευα να διαβάσω. (Πόσο θα χάρηκε;) Μπήκα στο αυτοκίνητο και δεν πέρασαν περισσότερα από τέσσερα λεπτά και μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να καταλάβω ότι λείπει. Αλλά ήταν πια αργά.

Ποιο πόδι θα τον πατήσει χωρίς δεύτερη σκέψη;
Ποιο παιδί θα τον πάρει στα χέρια του και θα τον τσαλακώσει ή θα τον σκίσει, χωρίς λόγο;
Ποια βροχή θα τον μουλιάσει και μοιραία θα τον αχρηστέψει;
Ποια περίπτωση υπάρχει να τον ξαναβρώ όταν γυρίσω;

Και αφού δεν άντεξα να συνεχίσω να διαβάζω για την «πλατωνική θεωρία των ιδεών»  έγειρα στο πλάι και αποκοιμήθηκα, ανάμεσα στις σακούλες που επέστρεφαν μαζί μου στο πίσω κάθισμα. Με ξύπνησε ένα γνώριμο τραγούδι που ξερνούσε το μισοχαλασμένο ραδιόφωνο, αν είχα κοιμηθεί  και καθόλου. Άνοιξα τα μάτια μου. Έβρεχε. Ένιωθα τον λαιμό μου στραβό, να περιμένει την επόμενη στροφή του δρόμου μπας και ισιώσει. Ξανακοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα είχαμε σχεδόν φτάσει σπίτι. Σε αυτήν την πόλη που όλα σου φαίνεται πως κάπου τα έχεις ξαναδεί.

Σε κάποιο όνειρο.
Σε κάποιο αρνητικό φιλμ.
Σε μια κορνίζα φιλικά στραμμένη προς τον εκάστοτε επισκέπτη.
Σε μια  αφίσα κολλημένη στη γυμνή βιτρίνα ενός μαγαζιού που δεν άντεξε και έκλεισε μια για πάντα.