6.10.12

02:08

Δύσκολοι καιροί και συγκινήσεις ατέρμονες με περιμένουν. Καιροφυλακτούν. Για να με βρουν στην αποβάθρα από όπου έφυγα και πάντα θα γυρίζω. Οι Ερινύες θα με κυνηγάνε σε μια ζωή με διάρκεια τραγουδιού γιατί δεν μέτρησα σωστά τα βήματα μου. Γιατί δε μέτρησα σωστά τα βήματα μου; Και τώρα βγήκα λίγο μπρος ή λίγο πίσω απ' τους υπόλοιπους. Εκεί. Να προσπαθώ απελπισμένα και ανεπιτυχώς να συγχρονιστώ με τους υπόλοιπους. Μοναχικό βαγόνι που λάσκαρισε η βίδα του και ξεκόλλησε. Απ' τα υπόλοιπα. Και προς σε αυτά με όση φόρα του 'χει απομείνει. Σε σκουριασμένες ράγες να τρίβονται οι ρόδες του, ώσπου οριστικά και αμετάκλητα μια ώρα συνηθισμένη σαν κι αυτή να σταματήσω.

18.9.12

Ρότα σταθερή

Είχα χρόνια να δω γυμνό τον καρπό μου. Αυτό το ριμαδορολόι δεν το έβγαζα ποτέ απ' το χέρι μου. Έχω ωραίο καρπό τελικά. Από αυτούς που εξέχει γλυκά το κόκκαλο. Βλέπουμε τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία. Ο ανατέλλων ήλιος μου είναι η μελαγχολική σου δύση. Κι αυτό γιατί η απόσταση που για μένα μας ενώνει αλλά για σένα μας χωρίζει είναι ίση με τη διάμετρο του πλανήτη. Αλλά κάπου εκεί κοντά στον πυρήνα το μάγμα θα μπορούσε να επιδράσει σαν κόλλα στιγμής και να ενωθούμε γερά μέχρι κάποιος να σπάσει. Κοιτάμε πάντα τα ασήμαντα και αντιδρούμε σαν τα κλισέ των ανθρώπων που τελικά είμαστε. Μια φορά οι άνθρωποι να κάναν τη διαφορά θα ήταν η αρχή μιας αλυσιδωτής αντίδρασης που θα έπαιρνε σβάρνα τους πάντες. Η ανθρωπινή κράση ωστόσο, δεν επιδέχεται τέτοιες απρόσμενες αλλαγές, είναι σαν καλή σκούνα που αντιστέκεται στα κύματα και κρατάει τη ρότα σταθερή. 

17.9.12

το αίμα αργεί να βγει απ' την πληγή
για να προλάβεις
να πονέσεις με την ψυχή σου απ' το χτύπημα.
ότι ήταν να γραφτεί γράφτηκε,
εγώ απλά ανασυνάπτω λόγια
ειπωμένα με εικόνες.

τέως εαυτοί, νυν κανένας

θα κρατώ για πάντα ανθρώπους που ήσουν κάποτε. θα έχω τους εγκεφάλους τους στη φορμόλη. το σώμα είναι  κατά δικό σου. δεν έγινες βεγγαλικό ακόμα. αφού εσύ τους ξέχασες εγώ θα προβάλω τις μεγαλεπήβολες σκιές τους κάθε βράδυ στον ετοιμόρροπο τοίχο μου. θα τους ανακρίνω χωρίς καμία πρόθεση σύγκρισης της ούσιας τους με το παρών σου πρόσωπο. γιατί είναι Ένας άνθρωπος αυτοί που ήσουν κάποτε. και για μένα είναι πιο ξεκάθαρο να το δω. εσύ τη βίωσες την αλλαγή αλλά ορατή είναι μόνο σε μένα που βγήκα ραντεβού με όλους αυτούς τους τύπους. και είναι ακόμη πιο εμφανές ότι δεν άλλαξες καθόλου τελικά. είσαι όλοι αυτοί που ήσουν συν ένας ακόμα. ο νυν κανένας.

15.9.12

το τραγούδι της φάλαινας

Θυμάμαι να περιφέρεται ένα βιβλίο στο σπίτι. Είχε λόγια μα πιο πολύ εικόνες και ήτανε μικρό αλλά το έβρισκα μεγάλο βιβλίο. Πρέπει να ήταν της αδελφής μου. Όποτε έπεφτε στα χέρια μου το διάβαζα. Έλεγε για ένα κοριτσάκι που πήγαινε τα βράδια στην προβλήτα και άκουγε το τραγούδι της φάλαινας. Και μια γιαγιά θυμάμαι, τίποτα άλλο. Αμυδρά μου ΄ρχονται οι εικόνες και γαμώτο δεν είμαι σπίτι μου να το διαβάσω τώρα.

18.8.12

η αίθουσα κλιματίζεται

το καλοκαίρι δεν θυμάμαι πότε άρχισε μα ξέρω σίγουρα ότι για μένα τελειώνει εδώ. προδιαγεγραμμένες διακοπές με προδιαγεγραμμένους ανθρώπους. αλλά με επικάλυψη σοκολάτας και τριμμένου πικραμύγδαλου. (ξ)έχασα τις διαστάσεις μου σ' αυτό το ταξίδι. πριν μπω ή βγω από κάπου κοντοστέκομαι και κοιτάζω αν χωράω να περάσω. το δύσκολο είναι τα ντουλάπια της κουζίνας. στο πατάρι. στην ντουλάπα. και κάτω από το κρεβάτι χωράω μια χαρά. είμαι και άνετος. δημιούργησα εκείνη την κλιματιζόμενη αίθουσα. που ήταν άδεια εκτός από τις πόρτες και το αξιολογικό μου σύστημα που ξεχείλιζε από παντού. απαγορεύονται ρητά οι κατ' ευφημισμόν μαλάκες και οι πράξεις τους. κόμπλεξ ανωτερότητας δικαιολογημένο όταν παρευρίσκεσαι με μικρότερους. αλλά όταν είσαι εσύ ο μικρός και οι άλλοι δείχνουν ότι είναι οι μεγάλοι. τι άσχημο. στήριξα τον εκνευρισμό μου σε ένα πόμολο μιας πόρτας που σάπιζε. όπως σαπίζουν όλα εκτός της αίθουσας. κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου σιγανά. να μην τρομάξω το όνειρο που καραδοκεί στην απέναντι πλευρά. αφού το σύμπαν διαστέλλεται γιατί τα προβλήματα μου δεν χωράνε πουθενά; πού να μην τα μοιραζόμουν κιόλας; θα είχανε ξετρυπώσει από μέσα μου και θα μου είχαν περιζώσει το πρόσωπο και το σώμα μέχρι τη μέση. θα ήμουν ένα πρόβλημα με πόδια. η ασιδέρωτη μου προσωπικότητα επισκιάζει όλες τις λεπτομέρειες της καθωσπρέπει σου ηλιθιότητας. με φώτα σβηστά θα αρχίσω να γράφω. τα λάθη μου να μην είναι φανερά σε σένα. και στον κόσμο. στα σκοτεινά. οι ήρωες μου θα πεθαίνουν λίγο μετά τη γέννηση της αμφιβολίας μου για το είναι τους. στα σκοτεινά θα γράφω. με μια στρόγγυλη φωτιά να ξοδεύεται με σταθερό ρυθμό στην εσοχή. αφήνοντας τη στάχτη και το σύννεφο καπνού να θολώνει ακόμη περισσότερο τις σκέψεις μου και τον αέρα της άδειας και ανώφελα κλιματιζόμενης αίθουσας.

29.7.12

Ήταν ο τελευταίος διάλογος δύο πιλότων που -για κάποιο λόγο που αυτή τη στιγμή δεν έχω πρόχειρο-  κάτι έγινε στο αεροπλάνο τους κι έφυγε το πάτωμα του και ρούφηξε τους επιβάτες στο κενό. Οι πιλότοι ακούνε το μπαμ, η πόρτα τους είναι κλειστή, έχουν απομείνει μόνοι τους σε ένα κούφιο άδειο αεροπλάνο με ακέραιο πιλοτήριο. Τα λόγια τους καταγράφηκαν στο μαύρο κουτί.
«Τι έγινε;»
«Ξέρω 'γω»
«Πέφτουμε;»
«Ναι».
«Ανέβασε το».
«Δεν πάει».
«Κάνε ελιγμούς».
«Δεν υπακούει».
«Κάνε κάτι».
«Δεν πάει πουθενά».
«Πέφτουμε;»
«Ναι».

Τώρα που το σκέφτομαι, ο διάλογος αυτός είναι σχεδόν πανομοιότυπος με κάθε τελευταίο διάλογο οποιασδήποτε σχέσης.

απόσπασμα από το Μόνολογκ του Λένου Χρηστίδη