27.8.14

εν καιρώ


βουτάω το στυλό στο μελάνι και στο ποτήρι σου έτσι που κάθε που διψάς να πίνεις τα λόγια μου.
σταμάτα με αν μπορείς.
πρόλαβα και σ' αγάπησα κι ούτε που ξέρω πως διάολο πίνεις τον καφέ σου. «όλος ο κόσμος είναι μια παράφραση της λέξης σκατά» μου έλεγες. προσπαθούσες να ξεφύγεις απ' τον εαυτό σου. αλλά που να πας; ο πόνος απαιτεί.
απαιτεί να τον νιώσεις.

αυτό το καλοκαίρι ήρθε φεύγοντας και τελείωσε αρχίζοντας. με βρήκε να τρώω ρύζι λαπά με γαρνιτούρα δάκρυα και 2 σουτζουκάκια στεγνά για ξεκάρφωμα. γεύμα νοσοκομείου. με βρήκε από δω κι από κει. και ακόμα εκεί είμαι.
δεν έφυγα. ωστόσο δεν έμεινε καιρός πολύς. δεν μένει καιρός ποτέ όταν ξες ότι φεύγεις. καιρός για τίποτα.

σε ένα αδειανό μπουκάλι μπύρας στέλνω το ραβασάκι μου στη θάλασσα. ένας ψαράς μου είπε ότι τα ψάρια πραγματοποιούν ευχές όταν έχει πανσέληνο.
άραγε όμως, ξέρουν να διαβάζουν;

22.5.14

Εν ψυχρώ


τα σκηνικά εναλλάσσονται με ρυθμό επαναλαμβανόμενο.
τα ποτήρια αδειάζουν
τα τασάκια γεμίζουν
το στόρυ συνεχώς εμπλουτίζεται και παρ' όλα αυτά αφομοιώνεται το ίδιο εύκολα από τους διαπλεκόμενους
υπάρχει μοτίβο
τα λάθη επαναλαμβάνονται
τα δέντρα ανθίζουν
τα φύλλα πέφτουν
μαθαίνεις απ' τα λάθη σου αλλά όχι πως να μην τα ξανακάνεις
οι ιδέες αυξάνονται
το καλοκαίρι αρχίζει
το φθινόπωρο αρχίζει
πασχίζουμε όλοι να τις εμφυτεύσουμε
κανείς δεν είναι πρόθυμος για εγχειρήσεις και ανοίγματα
αυτό που κοροϊδεύουμε αυτό είμαστε
η πίστη στην ευπρέπεια των ανθρώπων είναι αναπηρία
οι συνειδήσεις ασφυκτιούν στα μικροκαμωμένα κρανία μας
η επίθεση ξεκινάει από τα σπλάχνα
τα ποτήρια σπάνε
τα τασάκια γεμίζουν
το μοτίβο έπαψε να διακρίνεται και ο νόμος λέει ότι είμαστε αθώοι μέχρι να αποδειχθούμε ένοχοι
οι πράξεις καθορίζονται από παρορμητικές αποφάσεις και προσδιορίζονται ως ύποπτες
η επικείμενη ώρα της κρίσης μόνο άγχος δεν προκαλεί γιατί οι εκδικούμενοι δεν θεωρούν τον εαυτό τους ένοχο
προϋπόθεση τα χέρια τους να είναι κρύα και έτοιμα να καρφώσουν την ησυχία στον τοίχο
το δωμάτιο ξεχειλίζει κραυγές
έτσι διαπράττονται τα εγκλήματα 
εν ψυχρώ 

4.5.14

υποθετικά


θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο. με ένα τηλεφώνημα να σώσουμε τη μέρα που μας προλαβαίνει. και αρχίζει πριν πέσουμε για ύπνο. πριν προλάβουμε να ονειρευτούμε για το αύριο. θα μπορούσαμε ό,τι λέμε να το εννοούμε. αλλά τότε που θα πήγαινε το χιούμορ; θα μπορούσαμε να μη γιορτάζουμε τα γενέθλια μας. βασικά να τα λέγαμε γενάθλια και να ζούσαμε συμφιλιωμένοι με το θάνατο και όχι δεσμώτες του. θα μπορούσαμε να πάμε μια εκδρομή το σαββατοκύριακο αλλά για μας μετά την παρασκευή οι μέρες θυμίζουν Δευτέρα. θα μπορούσαμε ίσως και να αγαπηθούμε. αν αγαπούσαμε εμάς λιγότερο.

απεριόριστες δυνατότητες. αυτό είναι το βαρίδι. ότι μπορείς να διαχειριστείς όπως διάολο θες αυτή τη σάρκα και αυτή την υποψία χρόνου που σου δόθηκε. ωστόσο απογοητεύουμε ο ένας τον άλλο. και αυτό κάνουμε. και αποχαιρετιζόμαστε. με ένα στεγνό φιλί για καληνύχτα.

4.1.14

ανεύρυσμα


με τη λανθασμένη ταυτότητα του διανοούμενου και την άστοχη ρετσινιά του κουλτουριάρη έρχομαι πάλι αντιμέτωπος με τη λευκότητα. της σελίδας και του απρόσμενου.
είναι οι άλλοι και είμαστε και εμείς. αλλά γιατί πάντοτε το πρόβλημα είμαστε εμείς;
όλοι ζουν τη ζωή τους μια φορά. δεν την έζησε κανείς μας δύο. και η ζωή είναι σαν βούτυρο στον ήλιο. κανείς δεν προλαβαίνει να τη ζήσει πριν να λιώσει. οι συμβουλές τους δεν χωράνε στο στερέωμα. θα πέσει το ταβάνι μου και θα τους πλακώσει να τους πεις.

έχω γράψει. έχω γράψει ωραία πράγματα. και δε θα σταματήσω μέχρι να ξεχειλώσει κάποια αρτηρία στον εγκέφαλο μου και να πεθάνω από ανεύρυσμα. κάποιος είπε ότι ανάμεσα στην προσέγγιση της ιδέας και στην ακρίβεια του πραγματικού βρίσκεται το αδιανόητο. εκεί πρέπει να στοχεύουμε. να προσπαθούμε να ανακαλύψουμε αυτό που δεν βρίσκεται σε κοινή θέα. αυτό που οι άνθρωποι κρύβουν στο καβούκι τους.

φοράω ένα βάρος στην πλάτη μου και μια τρύπια κάλτσα. κι ο χειμώνας έφτασε για τα καλά.

πόσες φορές να σου το πω πια πως ο κόσμος που ζούμε είναι κακός άσχετα αν φτιάχτηκε με καλές προθέσεις;


24.10.13

στο μεταίχμιο


έχω χάσει διαπαντός. τη συναίσθηση.
και τη σκέτη αίσθηση. αδυνατώ να συλλαβίσω τις λέξεις μου. έχω νιώσει τόσες φορές αυτό το απεχθές μούδιασμα τον τελευταίο καιρό, που έχουν συμπιεστεί οι νευρικές απολήξεις των χεριών μου και δυσκολεύονται τα δάχτυλα μου να πατήσουν τα σωστά πλήκτρα. παραδίνομαι στην γλυκιά μου παράλυση.
και το απολαμβάνω.
και περνάει καιρός.
και οι γαλλικές ταινίες ακόμα τελειώνουν δίχως να σου προσφέρουν κάθαρση.
και περιμένω την ατάκα που θα με σώσει. απ' τις πιο αναπάντεχες συμπτώσεις.
και μεγαλώνοντας μαθαίνω πώς οι όμορφες οικογένειες όμορφα καίγονται. είναι παραπλανητικές οι βιτρίνες. τα λόγια με κάνουν να ανατριχιάζω. όχι, τα οποιαδήποτε.
είναι η ζωή.
και είναι και ο θάνατος.
και εγώ βρίσκομαι στο μεταίχμιο.
οι παρανυχίδες μου είναι περισσότερες απ' τα δάχτυλα μου. καλά θα ήταν να μπορούσα να τα φάω. να τραγανίσω τις αρθρώσεις τους να μην μπορώ επιτέλους πια να γράφω. και να μάθω να μιλάω. -πριν αποκτήσω μαύρο μπαστούνι με γυριστή λαβή και 3 καρό σώβρακα στην τιμή του ενός.-  να μιλάω για αυτά.
και για εκείνα.
και ίσως και για εκείνα που δεν.
και για το κενό. μέσα.
και γύρω. είναι μεγάλο το κενό.
και πως να το ορίσω;

είναι λες και έχασα τη δυνατότητα να σκεφτώ οτιδήποτε σύνθετο.
δηλαδή, οτιδήποτε


γίνεται να βγεις απ' τη ζωή σου όπως βγαίνεις απ' το σπίτι σου στο δρόμο;

25.8.13

ξυποληταρία


κάποτε μου είπαν ότι θα δω ηλιοβασιλέματα διαφορετικά από τους άλλους. κι εγώ έτρεξα ξοπίσω απ' το πρώτο ηλιοβασίλεμα που βρήκα και τελικά ξέμεινα σε ένα ακρογιάλι όπου ο ήλιος μονάχα ξημερώνει. για ποιον θα γράφω τώρα που με εγκατέλειψα(ν); με έχω παρατήσει σαν ένα παλιό ζευγάρι παπούτσια σε ένα μπαλκόνι δίχως τέντα να παλιώνω με τη βροχή και τον ήλιο. τουλάχιστον έχω φρέσκο αέρα. έτσι παρατείνεται η ζωή μου. με τη δροσιά του ανέμου που περνάει κάτω απ' τις σόλες μου και με ανυψώνει. μόνο φοβάμαι μην ξεφύγω απ' τα κάγκελα και βρεθώ στο δρόμο. ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια. στιγμή ευτυχίας για το ξυπόλητο γυφτάκι που θα με φορέσει. μήπως και όλοι εσείς που με φορέσατε ξυπόλητοι δεν ήσασταν; ξυπόλητοι και τυχεροί μέσα στην ατυχία σας. αναμένω τη στιγμή που θα έχετε πεθάνει όλοι. τότε θα μπορέσω επιτέλους να γράψω ελεύθερα όλα όσα πέρασα κάτω απ' τη σαρκοβόρα θαλπωρή σας. αλλά εσάς τι θα σας νοιάζει; αφού θα κολυμπάτε στο χώμα και θα ακούτε το αιωνία η μνήμη. γαμώτο μου ούτε μια γαμοεκδίκηση δεν μπορώ να πάρω σωστά. κύριε δικαστά, κύριοι ένορκοι. τι να πω; είμαι από τους ανθρώπους που ζουλάνε το σωληνάριο της οδοντόκρεμας μέχρι τέλους. δικάστε με.




19.7.13

Παρείσφρηση.

Γυρίζω στο πατρικό μου. Πτώμα απ' το ταξίδι. Τα πράγματα στο δωμάτιο μου είναι όπως ακριβώς τα άφησα και κάνω μπάνιο με παντεν για τέλειες μπούκλες. Ξεφτιλίκι. Πόσο μπαμ κάνει ότι δεν ζω πια εδώ;  Αλλά έτσι είναι. Την έχω πάρει πρέφα εγώ τη ζωή μου. Θα τη φάω όλη σκοντάφτοντας πάνω σε βαλίτσες γεμάτες ρούχα και βιβλία. Αυτό.

Έκανα βλέπεις τη μαλακία και έφτιαξα τα όνειρα μου γυάλινα για να είναι γυαλιστερά και να λαμποκοπούν και τώρα τα μαζεύω με σκούπα και φαράσι γιατί γίνανε θρύψαλα. Το ξύλο είναι το υλικό της ευτυχίας. Μπορεί να φθείρεται, αλλά όσο κι αν το κόψεις -και πριονίδι να μείνει που λέει ο λόγος- θα έχεις κομματάκια ευτυχίας που μπορείς να τα ρίξεις τουλάχιστον στο τζάκι της ψυχής σου να τη ζεστάνεις λιγάκι. Τα σπασμένα γυαλιά όμως, μόνο ανακύκλωση μπορείς να τα κάνεις και τα ανακυκλωμένα όνειρα βουλιάζουν σαν χάρτινες βαρκούλες στην μπανιέρα. Τελικά, τα καταπίνεις να μην δουν οι άλλοι τη ζημιά και γεμίζει το μέσα σου με ένα σωρό πληγές απ΄τα κοψίματα. Βρε δεν πάνε όλα στο διάολο. Δεν ήρθε η ώρα μου εμένα. Έχω μπόλικα ψωμιά να φάω και όνειρα να σπάσω ακόμα.

Κάπως έτσι παρεισέφρησα στην παλιά μου ζωή και αυτό το καλοκαίρι και κάθε επόμενο, όλο και περισσότερο θα μοιάζω με εισβολέα (ή επισκέπτη δεν ξεχωρίζω πιο είναι χειρότερο).