Πάνω στην ώρα, ήρθε. Τώρα που σταμάτησες να πονάς. Που αποδέχθηκες. Σε ωθεί προς μια ανασφάλεια φίλη. Σου μαθαίνει λέξεις παράξενες, που αφήνουν έναν βαρύ απόηχο όταν τις προφέρεις. Η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο βαριά. Κι εσύ όσο πας ελαφραίνεις. Τείνεις προς το τίποτα. Αδειάζεις. Δημιουργείς κενό χώρο μέσα σου για να δεχθείς την πληρότητα που σου προσφέρεται. Έχεις κάνει ένα βήμα μετά τη γνώση. Δεν χρειάζεται πια να γνωρίζεις τίποτα. Ούτε να έχεις τίποτα χρειάζεται. Κάτι τέτοιες στιγμές μένεις ακίνητος, σιωπηλός, δεν αναπνέεις σχεδόν, μη το τρομάξεις με την παρουσία σου. Θέλεις να συγκρατήσεις όσα περισσότερα μπορείς. Να τα καταγράψεις με προσοχή, δίχως λάθη, σε λευκό χαρτί. Έτσι, τους δίνεις υπόσταση και έχεις μετά την απόδειξη ότι ήρθε. Σε επισκέφθηκε. Δεν ήταν όνειρο. Ή μήπως ήταν; Μήπως και τα όνειρα δεν είναι αιώνια για αυτόν που ονειρεύεται; Είναι θέμα προσωπικό
Αυτές τις μέρες είναι όλο και πιο έντονο το αίσθημα ότι το Αύριο μου επιβάλλεται από έξω. Έρχεται μέσα στη μέρα μου και μου την μικραίνει. Το Αύριο μου κλέβει την μοναξιά μου κι εγώ δεν την υπερασπίζομαι. Αυτήν που όσο και να την παραμελήσω πάντα εμένα θα διαλέγει. Αποσβαίνω αργά και βασανιστικά προς την μοιραία κατεύθυνση. Όπως όλοι. Και είτε ρωτήσω είτε δεν ρωτήσω, δέχομαι μόνο μια απόκριση. Με άλλο περιτύλιγμα κάθε φορά. Διαφορετικός. Οι άνθρωποι με αηδιάζουν. Βουλιάζουν, αυτές τις μέρες, στις συμβατικότητες και στις πλάνες τους. Τους αρέσει τόσο να διαστρεβλώνουν την αλήθεια. Να δικαιολογούν με τα λόγια τις πράξεις τους, που οι ίδιοι δεν θα αποδέχονταν, για να ελαφρύνουν (κάπως αδέξια θα έλεγα) τη συνείδηση τους. Αλλά κυρίως με αηδιάζει το ότι δεν ξέρουν να αγαπάνε. Δεν το διδάχτηκαν ποτέ. Η επαφή με αυτούς μου δημιουργεί προβλήματα πάσης φύσεως. Και παραφύσεως. Μετά από κάθε έξοδο. Κάθε συναναστροφή. Υποτροπιάζω. Κι ωστόσο είναι τόσο ξεκάθαρη η εξάρτηση μου από αυτούς. Όλους.
Μπορεί στο βάθος να τους ζηλεύω.
Μπορεί στο βάθος να ψάχνω στη ντουλάπα αυτού του κόσμου, μήπως κατά τύχη βρω στο νούμερό μου, να φορέσω μια αγκαλιά συμβατική.
σε θυμάμαι να κρατάς εκείνη την κόκκινη κλωστή που είχες κόψει με τα δόντια απ' τη ζακέτα σου.
κάθε φορά που σε συνάρπαζε μια λέξη, έφτιαχνες κόμπους στην κλωστή και στο στομάχι μου.
κάπως έτσι ξεκινήσαμε να ποθούμε να κατακτήσουμε την ενσυναίσθηση #κόμπος#.
το όλο θέμα ήταν να καταφέρουμε να καρφώσουμε την πρόθεση εν- στη συνείδηση μας.
δεν είναι η γνώση που μετράει τελικά
αλλά η επίγνωση #κόμπος#
από τη δεύτερη μπορεί να προκύψει κάτι.
η σιωπή είναι μορφή λόγου απολαυστική.
ανατρέπει #κόμπος# την πορεία των πραγμάτων και των αισθήσεων.
έσπρωξες το ποτήρι με το χέρι σου
ώστε να έχεις πρόσβαση #κόμπος# στο τασάκι.
κάτι τέτοιες στιγμές βγάζω ξεκάθαρα συμπεράσματα. πως τα υλικά εμπόδια, συνήθως με μια κίνηση ή μια παράκαμψη #κόμπος#, τα ξεπερνάμε ενώ τα άλλα τα σημαντικά, παλεύουμε εσωτερικά να τα νικήσουμε και σκοντάφτουμε συνεχώς σε αυτά.
και να που τώρα με τους κόμπους φτιάχνεις πρόταση.
τι κρίμα που ήπια τον καφέ μου βιαστικά κι έφυγα.
20:50 >Εγώ και το χαρτί.
20:51 >εγώ.
20:52 >σηκώνομαι. κουζίνα. ντουλάπι. ανοίγω. σοκολάτα.
20:53 >αποφασίζω ότι αυτή είναι η ώρα που κέρδισα σήμερα και ότι κάτι πρέπει να κάνω με αυτή την ώρα.
21:00 >ξαπλώνω. ταβάνι.
21:04 >κουζίνα. όχι ντουλάπι. τραπέζι. και γράφω.
τι τις κάνουμε τις ώρες που κερδίζουμε;
21:05 >τρώω τα νύχια μου. λάθος έκφραση. δεν τα τρώω. απλώς τα κόβω με τα δόντια μου. ένα αυτοκόλλητο πάνω στο καζανάκι μιας τουαλέτας έγραφε "είμαστε αυτό που κάνουμε για να αλλάξουμε αυτό που είμαστε". έτσι είναι; η μήπως η προσπάθεια να αλλάξουμε αυτό που είμαστε είναι σκέτο χάσιμο χρόνου; αλλά και τι δεν είναι χάσιμο χρόνου; αλλά και τι είναι ο χρόνος για να τον χάσουμε ή να τον κερδίσουμε;
21:10 >εδώ σταματάει η σκέψη μου. η ώρα περνάει κι ακόμα δεν έχω βρει τρόπο να πραγματοποιήσω την απόφαση μου. γιατί δεν φτάνει να παίρνουμε αποφάσεις. πρέπει να τις πραγματοποιούμε κιόλας.
21:07 >γυρνάω το χρόνο πίσω. γιατί μπορώ. γιατί θέλω. 3 λεπτά είναι εξάλλου. σιγά το σφάλμα. το κάνω γιατί ξέχασα κάτι που πρέπει να αναφερθεί. το δέντρο. ναι, το δέντρο. που φύτρωσε έτσι απροσδόκητα στη μέση ακριβώς του χωρίς οροφή ερειπωμένου σπιτιού που βρίσκεται απέναντι απ' το μπαλκόνι μου. το ζηλεύω αυτό το σπίτι κι ας μην έχει οροφή. θέλω ένα δέντρο στη μέση του σαλονιού μου.
21:18 >βλέπω το δέντρο και σκέφτομαι ρίζες. τις ρίζες που φτιάχνουμε όπου πάμε κι όταν μας τη βαρέσει και φύγουμε τις παίρνουμε μαζί μας χωρίς τύψεις για την ασχήμια που αφήνουμε πίσω μας. γιατί σκέψου. αν μπορούσαν να περπατήσουν τα δέντρα, θα περπατούσαν με τις ρίζες τους. ειδάλλως θα έχαναν την ισορροπία τους στο λεπτό. τώρα που είπα λεπτό.
21:26 >24 λεπτά. μένουν. η ώρα μου κατακρεουργήθηκε απ' τη σκέψη μου. τώρα τι άλλο μου μένει να κάνω απ' το να περιμένω να τελειώσει αυτή η ρημάδα η ώρα;
21:29 >ποτήρι. νερό. καπνός. στρίβω. καπνίζω.
21:33 >παύση
21:34 >αγχώνομαι. να διαβάσω ένα βιβλίο. να δω μια ταινία. να διαβάσω για τη σχολή. να μαγειρέψω; να παραγγείλω; να γράψω ένα τραγούδι. να κοιμηθώ; να ξυπνήσω. τι να προλάβω; τίποτα. δεν φτάνει μια ώρα. δεν φτάνει.
21:42 >τσιγάρο. σβήνω. χτυπάει. τηλέφωνο. δεν θα το σηκώσω. όχι. αυτή η ώρα είναι δική μου. μου δόθηκε απλόχερα. δεν θα τη χαραμίσω για ένα τηλεφώνημα. τι μαλακίες λέω; αφού ήδη τη χαράμισα. το σηκώνω.
-Τι χρώμα έχει η ζωή;
-Δεν ξέρω.
-Τι χρώμα έχει η ζωή;
-Δεν ξέρω τι χρώμα έχει. Δεν ξέρω καν αν έχει ένα χρώμα ή πολλά. Σίγουρα πάντως έχει άσπρο φόντο.
21:46 >το συναίσθημα της απόλυτης απομόνωσης και ο βόμβος του ψυγείου.
21:48 >σκέψου.σκέψου. τι θα την κάνεις τελικά αυτή την ώρα; τι την έκανες;
21:50 >κάτω τα μολύβια. η εξέταση τελείωσε. τα λέμε ξανά του χρόνου.
βουτάω το στυλό στο μελάνι και στο ποτήρι σου έτσι που κάθε που διψάς να πίνεις τα λόγια μου.
σταμάτα με αν μπορείς.
πρόλαβα και σ' αγάπησα κι ούτε που ξέρω πως διάολο πίνεις τον καφέ σου. «όλος ο κόσμος είναι μια παράφραση της λέξης σκατά» μου έλεγες. προσπαθούσες να ξεφύγεις απ' τον εαυτό σου. αλλά που να πας; ο πόνος απαιτεί.
απαιτεί να τον νιώσεις.
αυτό το καλοκαίρι ήρθε φεύγοντας και τελείωσε αρχίζοντας. με βρήκε να τρώω ρύζι λαπά με γαρνιτούρα δάκρυα και 2 σουτζουκάκια στεγνά για ξεκάρφωμα. γεύμα νοσοκομείου. με βρήκε από δω κι από κει. και ακόμα εκεί είμαι.
δεν έφυγα. ωστόσο δεν έμεινε καιρός πολύς. δεν μένει καιρός ποτέ όταν ξες ότι φεύγεις. καιρός για τίποτα.
σε ένα αδειανό μπουκάλι μπύρας στέλνω το ραβασάκι μου στη θάλασσα. ένας ψαράς μου είπε ότι τα ψάρια πραγματοποιούν ευχές όταν έχει πανσέληνο.
άραγε όμως, ξέρουν να διαβάζουν;
θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο. με ένα τηλεφώνημα να σώσουμε τη μέρα που μας προλαβαίνει. και αρχίζει πριν πέσουμε για ύπνο. πριν προλάβουμε να ονειρευτούμε για το αύριο. θα μπορούσαμε ό,τι λέμε να το εννοούμε. αλλά τότε που θα πήγαινε το χιούμορ; θα μπορούσαμε να μη γιορτάζουμε τα γενέθλια μας. βασικά να τα λέγαμε γενάθλια και να ζούσαμε συμφιλιωμένοι με το θάνατο και όχι δεσμώτες του. θα μπορούσαμε να πάμε μια εκδρομή το σαββατοκύριακο αλλά για μας μετά την παρασκευή οι μέρες θυμίζουν Δευτέρα. θα μπορούσαμε ίσως και να αγαπηθούμε. αν αγαπούσαμε εμάς λιγότερο.
απεριόριστες δυνατότητες. αυτό είναι το βαρίδι. ότι μπορείς να διαχειριστείς όπως διάολο θες αυτή τη σάρκα και αυτή την υποψία χρόνου που σου δόθηκε. ωστόσο απογοητεύουμε ο ένας τον άλλο. και αυτό κάνουμε. και αποχαιρετιζόμαστε. με ένα στεγνό φιλί για καληνύχτα.