Είμαι φθαρτός. Είμαι τρωτός. Αν με κόψεις θα ματώσω. Ίσως και να κλάψω (εξαρτάται το κόψιμο). Αποσυντίθεμαι μέρα με τη μέρα. Τα κύτταρα μου άρχισαν να γερνάνε από τότε που έκλεισα τα 18 μου χρόνια περίπου. Γερνάω αργά. Πολύ αργά. Και βασανιστικά. Ξεπερνάω αρρώστιες, ιούς, πανδημίες, επιδημίες. Και χάνομαι. Κάπου στο δρόμο για την εύρεση της αλήθειας που αναζητώ. Είμαι εσύ. Είμαι αυτοί που σε μεγάλωσαν. Είμαι οι πρόγονοι αυτών που σε μεγάλωσαν. Είμαι ο πρόγονος αλλά με κάποιο περίεργο τρόπο είμαι και ο απόγονος. Είμαι εγώ. Που περπατάω, αναπνέω, κοιμάμαι, ξυπνάω, τρώω, χέζω, γαμάω, σκέφτομαι,γράφω, μιλάω, νιώθω, ξεχνάω... και που ο ήλιος μου δίνει ζωή να ζω. Και ζω. Φθείρομαι όπως περνάει ο χρόνος. Ο άφθαρτος. Ο αιώνιος. Ο ανύπαρκτος. Μία μέρα θα κοιμηθώ και δεν θα ξυπνήσω. Θα κάνω έναν ύπνο αιώνιο, χωρίς όνειρα. Όμως και πάλι θα είμαι εδώ. Μέσα στο DNA σου. Κομμάτι σου. Αλήθεια σου. Ζωή σου. Εγώ που με ξέχασαν πολλοί και πολλοί με θυμούνται και ακόμη πιο πολλοί δε με γνώρισαν καν. Ήμουν κι εγώ εδώ.
27.11.11
22.11.11
(It's not easy) Being green
It's not easy being green
Having to spend each day the color of the leaves
When I think it might be nicer being red or yellow or gold
Or something much more colourful like that
It's not easy being green
It seems you blend in with so many other ordinary things
And people tend to pass you over
Cause you're not standing out like flashy sparkles in the water
Or stars in the sky
But green is the color of Spring
And green can be cool and friendly-like
And green can be big like a mountain
Or important like a river
Or tall like a tree
When green is all there is to be
It could make you wonder why, but why wonder why?
Wonder, I am green and it'll do fine, it's beautiful
And i think it's what i want to be
8.11.11
Αλκυονίδες μέρες
Μπαίνει φως από κάπου. Βλέπω το μισό σου πρόσωπο που φωτίζεται. Κάθεσαι σταυροπόδι και με κοιτάς (μισό βλέμμα), μου γελάς (μισό χαμόγελο, σαρδόνιο), με ρωτάς για κάποιον κάτι. Δεν μετράει ποιος πονάει πιο πολύ και γιατί. Τώρα πάνε. Πέρασαν οι αλκυονίδες μέρες. Οι μέρες που ξεχνούσες κάτι και δε σε ένοιαζε, που τίποτα δεν ήταν όπως έπρεπε και δε σε ένοιαζε, που έχανες τον ύπνο σου και δε σε ένοιαζε, που τραγουδούσες δυνατά μες στο δρόμο και στο μπάνιο και δε σε ένοιαζε. Είναι αλήθεια πως όταν έχεις καλή παρέα ο χρόνος μετράει αλλιώς. Και τότε φαινόταν αιώνας και τώρα μετρώ δευτερόλεπτα. Θα ξανάρθουν όμως. Έχουν χρέος να ξανάρθουν. Κάθε χρόνο τις περιμένω. Τι κρίμα που κάθε φορά μόλις σταθώ αντιμέτωπος στα δύσκολα καταλαβαίνω ότι πέρασαν. Έτσι έμαθα να τις εκτιμάω.
29.10.11
13.10.11
Εξυπνάδες
«Και τι ξέρεις εσύ για τη δική μου παιδική ηλικία; Διανοείσαι σε τι παλιόσπιτο μεγάλωσα, τι αθλιότητες έμαθα εκεί; Είναι κληρονομιά από άνωθεν, από ποιόν; Από τους πρωτόπλαστους έτσι λένε τα παιδικά βιβλία, κι έτσι πρέπει να είναι... Μην κατηγορείς εμένα λοιπόν, κι εγώ δε θα κατηγορήσω τους γονείς μου, που θα μπορούσαν να κατηγορήσουν τους δικούς τους, και πάει λέγοντας! Εξάλλου σε όλες τις οικογένειες τα ίδια συμβαίνουν, μόνο που απέξω δεν τα βλέπουμε.»
Όγκουστ Στρίντμπέργκ
Ο πελεκάνος
Έφτυνε. Μιλούσε κι έφτυνε. Έμενα μου φαινόταν να τα πιστεύει αυτά που λέει. Αν και κάποιοι είπαν ότι ήταν εξυπνάδες. Θα μπορούσε να ήταν όνομα για λουλούδι το Εξυπνάδα. Αν δεν σήμαινε αυτό που σημαίνει. Ένα λουλούδι που φυτρώνει στα κεφάλια των ανθρώπων και οι άνθρωποι το ποτίζουν καθημερινά με πείσμα και εγωισμό να μεγαλώσει και αυτό θεριεύει και τους κατακτά το φύλλωμα του βγαίνει από τις μύτες τα αυτιά και τα στόματα τους και φωτοσύνθετει. Συνθέτει περισσότερες εξυπνάδες και γεμίζει ο κόσμος εξυπνάκηδες.
23.9.11
Σιχαίνομαι που ο κόσμος καίγεται και κανείς δεν κάνει τίποτα.
Σιχαίομαι που δεν κάνω κι εγώ τίποτα.
Σιχαίνομαι που καταβάθος είμαι ρατσιστής.
Σιχαίνομαι που είμαι απολιτικοποιημένος.
Σιχαίνομαι που θα μάθω τόσο λίγα πράγματα.
Σιχαίνομαι που όλα τα κρύα σαντουϊτς έχουν μέσα ντομάτα γιατί σιχαίνομαι τη ντομάτα..
Σιχαίνομαι που δεν με καταλαβαίνουν.
Σιχαίνομαι που δυσκολεύομαι να καταλάβω.
Σιχαίνομαι που σιχαίνομαι τόσα πράγματα.
Σιχαίινομαι τις γραμμές του τετραδίου που σου δείχνουν που πρέπει να γράψεις.
Σιχαίνομαι που πλέον δε συγκινούμαι εύκολα.
Σιχαίνομαι που δεν μπορω να αποφύγω τα κατά συνθήκη ψεύδη.
Σιχαίνομαι που καμιά φορά προσπαθώ και δεν είναι αρκετό.
Σιχαίνομαι που δεν θα σταματήσω ποτέ να σιχαίνομαι και σιχαίνομαι να ξαναδιαβάσω όσα σιχαίνομαι.
Σιχαίομαι που δεν κάνω κι εγώ τίποτα.
Σιχαίνομαι που καταβάθος είμαι ρατσιστής.
Σιχαίνομαι που είμαι απολιτικοποιημένος.
Σιχαίνομαι που θα μάθω τόσο λίγα πράγματα.
Σιχαίνομαι που όλα τα κρύα σαντουϊτς έχουν μέσα ντομάτα γιατί σιχαίνομαι τη ντομάτα..
Σιχαίνομαι που δεν με καταλαβαίνουν.
Σιχαίνομαι που δυσκολεύομαι να καταλάβω.
Σιχαίνομαι που σιχαίνομαι τόσα πράγματα.
Σιχαίινομαι τις γραμμές του τετραδίου που σου δείχνουν που πρέπει να γράψεις.
Σιχαίνομαι που πλέον δε συγκινούμαι εύκολα.
Σιχαίνομαι που δεν μπορω να αποφύγω τα κατά συνθήκη ψεύδη.
Σιχαίνομαι που καμιά φορά προσπαθώ και δεν είναι αρκετό.
Σιχαίνομαι που δεν θα σταματήσω ποτέ να σιχαίνομαι και σιχαίνομαι να ξαναδιαβάσω όσα σιχαίνομαι.
10.9.11
Μετακομίζω
Βγήκα απ' το αμάξι και βρομούσα αμαξίλα. Βαθιά ανάσα. Δεν την ευχαριστήθηκα. Ρούφηξα καθαρό καυσαέριο. Περπατούσα προς το σπίτι και πεινούσα. Είχε ανοίξει η όρεξη μου για πολλά πράγματα. Για παρέα, για καφέ, για συμπόνια, για ζεστό σπιτικό φαΐ. Κυριακή σήμερα πάλι μπαγιάτικο ψωμί θα φάμε. Είχε πολύ αλεύρι το ψωμί. Πολύ αλεύρι. Το μπαγιάτικο. Έκοψα λίγο. Στην κουζίνα χιόνισε. Καπνός. Σκαρφαλώνει τους τοίχους, γαντζώνεται στις κουρτίνες, τους κάνει έρωτα και κουρνιάζει στο ταβάνι. Στοίβες περιοδικών. Περσινών, προπέρσινων πάντως όχι φετινών. Φέτος που καιρός να διαβάσεις περιοδικό; Στοίβες που φιλοδοξούν να γίνουν τοίχοι. Χάρτινοι, αλλά τοίχοι. Δεν ξέρω τι ακριβώς θα χωρίζουν αλλά τοίχοι είναι κάτι θα χωρίζουν. Τις τελευταίες μέρες οι συγγενείς είναι σαν τη σκόνη, δεν μπορείς να τους ξεφορτωθείς. Ξεφυσάς που και που και αιωρούνται στον μολυσμένο αιθέρα του δωματίου μέχρι να κατακαθίσουν πάλι πάνω στο σύνθετο και στο σβέρκο σου.
Το πήρα απόφαση. Μετακομίζω.
Το πήρα απόφαση. Μετακομίζω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)
τα νέα